Επίθετο παυσίλυπος, ( -ος, -ον ) που τερματίζει τη λύπη - τὴν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοῖς. (Ευριπίδης, Βάκχαι, 772) - σε ελεύθερη μετάφραση : Ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο την παυσίλυπον άμπελο.
4ο Ράιχ
Χωρίς περαιτέρω σχόλια.....
Δημοσίευση σχολίου
Και ντρέπομαι που θέτετε, θέματα ασφαλείας στα αεροδρόμια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου