23 Μαρτίου 2020 -
ώρα 06:10 το πρωί
Επίθετο παυσίλυπος, ( -ος, -ον ) που τερματίζει τη λύπη - τὴν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοῖς. (Ευριπίδης, Βάκχαι, 772) - σε ελεύθερη μετάφραση : Ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο την παυσίλυπον άμπελο.
Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν τα μελάνια Από την παραλαβή του έργου κι "άρχισαν τα όργανα" ???
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου