Επίθετο παυσίλυπος, ( -ος, -ον ) που τερματίζει τη λύπη - τὴν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοῖς. (Ευριπίδης, Βάκχαι, 772) - σε ελεύθερη μετάφραση : Ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο την παυσίλυπον άμπελο.
Για ... Όσκαρ !!!
Δείτε το βίντεο:
Δημοσίευση σχολίου
Σκίτσο σε λογαριασμό στο fb Μιλάμε για το κάτι άλλο !!! 😮😮😮
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου