Ή αλλιώς
"license to KILL" !!! 😮
Η υπογραφή του μηχανικού δεν είναι κάτι τυπικό.
του Μιχάλη Χαιρετάκη
Ένας καθηγητής μου στο Πολυτεχνείο της Πάτρας, ο Ανδρέας Δημαρόγκωνας, έλεγε κάτι που τότε μας ακουγόταν υπερβολικό: το δίπλωμα του μηχανικού είναι “license to kill”.
Τότε δεν το καταλάβαινα.
Το έβλεπα σαν μια σκληρή ατάκα, ίσως λίγο θεατρική, ίσως λίγο άδικη για ένα επάγγελμα που το είχαμε στο μυαλό μας ως δημιουργία, υπολογισμό, ευθύνη, πρόοδο. Στην πορεία όμως κατάλαβα τι εννοούσε.
Ο μηχανικός δεν υπογράφει ποιήματα. Υπογράφει πράγματα που, αν γίνουν λάθος, μπορεί να σκοτώσουν.
Ένα κτίριο. Μια γέφυρα. Μια εκσκαφή. Μια αντιστήριξη. Ένα μηχάνημα. Μια εγκατάσταση. Μια βεβαίωση καταλληλότητας. Μια μελέτη που επιτρέπει σε άλλους να προχωρήσουν. Η υπογραφή του μηχανικού δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο σε έναν φάκελο.
Είναι άδεια να επέμβεις στην πραγματικότητα.
Να σηκώσεις φορτία πάνω από κεφάλια ανθρώπων.
Να αφαιρέσεις έδαφος δίπλα σε θεμέλια.
Να πεις σε μια κοινωνία: “αυτό που θα γίνει, μπορεί να γίνει με ασφάλεια”.
Γι’ αυτό και όταν κάτι πάει στραβά, δεν μπορεί η υπογραφή να εξαφανίζεται πίσω από τον εργολάβο, τον μάστορα, τον χειριστή, τον υπεργολάβο, τον “ξερόλα” της οικοδομής που έγραψε κάποιος που παράκουσε και έκανε του κεφαλιού του. Όλα αυτά μπορεί να έχουν τη σημασία τους. Αλλά δεν ακυρώνουν την αρχική αλήθεια: σε ένα τεχνικό έργο κάποιος μελέτησε, κάποιος υπέγραψε, κάποιος επέβλεψε ή όφειλε να επιβλέψει.
Και εκεί αρχίζει η πραγματική ευθύνη.
Δεν μιλάμε εδώ για μια απλή οικοδομική εργασία. Μιλάμε για την περίπτωση όπου γκρεμίζεται ένα ακίνητο και στη θέση του σχεδιάζεται νέα πολυκατοικία με βαθιά εκσκαφή, ίσως για ένα ή δύο υπόγεια, δίπλα σε υπάρχον παλιό και ψηλό κτίριο. Δηλαδή δίπλα σε μια κατασκευή που στέκεται εδώ και δεκαετίες πάνω σε θεμέλια που μπορεί να μην είναι γνωστά με ακρίβεια, σε έδαφος που μπορεί να έχει ανομοιογένειες, σε πόλη που συχνά χτίστηκε με τη λογική “έλα μωρέ, γίνεται”.
Η βαθιά εκσκαφή δίπλα σε υπάρχον κτίριο δεν είναι “βγάζω χώματα”. Είναι γεωτεχνική επέμβαση υψηλού κινδύνου. Αλλάζει η ισορροπία του εδάφους. Αφαιρείται πλευρική στήριξη. Μπορεί να αλλάξει η στάθμη των νερών. Μπορεί να κινηθεί το πρανές. Μπορεί να καθίσει το γειτονικό κτίριο. Μπορεί να εμφανιστεί διαφορική καθίζηση, δηλαδή το ένα τμήμα να κάτσει λίγο περισσότερο από το άλλο. Και σε ένα παλιό ψηλό κτίριο, το “λίγο” δεν είναι πάντα λίγο.
Αυτό είναι που συχνά δεν καταλαβαίνει ο μη τεχνικός κόσμος. Δεν χρειάζεται πάντα να γίνει μια θεαματική κατολίσθηση για να προκληθεί σοβαρή βλάβη. Μερικές φορές αρκεί μια μικρή μετακίνηση του υπεδάφους. Μια μικρή απώλεια στήριξης. Μερικά χιλιοστά ή εκατοστά διαφορικής καθίζησης. Μια ρωγμή που ξεκινάει σαν γραμμή και τελειώνει σαν προειδοποίηση.
Και τότε όλοι αρχίζουν να λένε “δεν φαινόταν”.
Όχι. Σε τέτοια έργα υπάρχει ακριβώς επιστήμη για να μη δουλεύουμε με το “φαινόταν” και το “δεν φαινόταν”. Υπάρχει γεωτεχνική μελέτη. Υπάρχει στατική εκτίμηση. Υπάρχει μελέτη αντιστήριξης. Υπάρχει αποτύπωση του όμορου κτιρίου. Υπάρχει monitoring. Υπάρχουν όρια μετακινήσεων. Υπάρχουν μέθοδοι. Υπάρχουν όργανα. Υπάρχει διαδικασία.
Ή πρέπει να υπάρχουν.
Στην Ελλάδα, βέβαια, δεν είναι ότι δεν υπάρχει καθόλου πλαίσιο. Για εκσκαφές ή επιχώσεις μεγαλύτερες από συν ή πλην 0,80 μέτρα με σκοπό τη δόμηση απαιτείται οικοδομική άδεια. Άρα μια βαθιά εκσκαφή για υπόγεια δεν είναι μια τρύπα που ανοίγει κάποιος επειδή το οικόπεδο είναι δικό του. Είναι αδειοδοτούμενη εργασία, με φάκελο, μελέτες και υπογραφές.
Υπάρχει επίσης το Π.Δ. 1073/1981 για μέτρα ασφάλειας σε εργοτάξια οικοδομών και έργων πολιτικού μηχανικού, με προβλέψεις για εκσκαφές, πρανή και αντιστηρίξεις. Υπάρχει και το Π.Δ. 305/1996, που ενσωματώνει την ευρωπαϊκή οδηγία για τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε προσωρινά ή κινητά εργοτάξια.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι “δεν υπάρχει τίποτα”. Το πρόβλημα είναι αν αυτά λειτουργούν ως πραγματικό προληπτικό φρένο ή ως χαρτιά που εμφανίζονται όταν πλέον έχει γίνει η ζημιά.
Γιατί η πολιτισμένη τεχνική λογική λέει κάτι απλό: πριν σκάψεις βαθιά δίπλα σε παλιό κτίριο, πρέπει να ξέρεις τι υπάρχει δίπλα σου. Όχι περίπου. Όχι “έτσι είναι όλα αυτά τα κτίρια”. Όχι “το είδα από έξω”. Πρέπει να ξέρεις όσο γίνεται τα θεμέλια, τη φέρουσα κατάσταση, τις υπάρχουσες ρωγμές, το έδαφος, τα νερά, την ευαισθησία του κτιρίου στις μετακινήσεις.
Και αν δεν τα ξέρεις, η άγνοια δεν είναι άλλοθι. Είναι λόγος να μη σκάψεις ακόμη.
Στην Αγγλία και την Ουαλία υπάρχει το Party Wall etc. Act 1996. Αν κάποιος θέλει να κάνει εκσκαφή κοντά σε γειτονικό κτίριο, μέσα σε 3 μέτρα και βαθύτερα από τα θεμέλια του γείτονα, ή σε ορισμένες περιπτώσεις μέσα σε 6 μέτρα, ενεργοποιείται θεσμική διαδικασία ειδοποίησης και επίλυσης διαφορών πριν αρχίσει το έργο. Ο νόμος έχει ακριβώς σκοπό να προλαμβάνει ή να λύνει διαφορές για party walls, boundary walls και εκσκαφές κοντά σε γειτονικά κτίρια.
Αυτό σημαίνει κάτι βαθύτερο από μια απλή γραφειοκρατία. Σημαίνει ότι ο γείτονας δεν περιμένει πρώτα να δει το σπίτι του να ραγίζει για να αποκτήσει φωνή. Η διαδικασία τον βλέπει πριν από τη ζημιά. Η έννομη τάξη αναγνωρίζει ότι μια εκσκαφή στο οικόπεδο του ενός μπορεί να γίνει κίνδυνος στο κτίριο του άλλου.
Στις ΗΠΑ, ο OSHA λέει καθαρά ότι όταν η σταθερότητα γειτονικών κτιρίων, τοίχων ή άλλων κατασκευών κινδυνεύει από εκσκαφή, πρέπει να παρέχονται συστήματα στήριξης, όπως shoring, bracing ή underpinning. Επίσης, εκσκαφή κάτω από τη στάθμη θεμελίων ή τοίχων αντιστήριξης που μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο δεν επιτρέπεται, εκτός αν υπάρχει σύστημα στήριξης ή άλλη τεκμηριωμένη εξαίρεση.
Στη Νέα Υόρκη η λογική είναι ακόμη πιο συγκεκριμένη. Για εκσκαφές βάθους 5 έως 10 πόδια κοντά σε γειτονικό κτίριο ή πάνω από 10 πόδια γενικά, προβλέπεται preconstruction survey, δηλαδή καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης των γειτονικών κτιρίων πριν αρχίσει η εκσκαφή. Επιπλέον, κατά την εκσκαφή παρακολουθούνται τα κτίρια που βρίσκονται σε απόσταση από το άκρο της εκσκαφής ίση ή μικρότερη από το μέγιστο βάθος της.
Αυτό είναι τεράστια διαφορά νοοτροπίας. Δεν αρκεί να λες “αν πάθει κάτι, θα το δούμε”. Πρώτα καταγράφεις, μετά μετράς, μετά σκάβεις. Και αν η μετακίνηση ξεπεράσει όρια, δεν συνεχίζεις επειδή έχεις φέρει ήδη το συνεργείο. Σταματάς.
Στη Σιγκαπούρη, για γεωτεχνικά έργα, οι απαιτήσεις είναι ακόμη πιο αυστηρές. Εκσκαφές και συναφή έργα με βάθος πάνω από 6 μέτρα θεωρούνται geotechnical building works, με ειδικές απαιτήσεις υποβολής και ελέγχου. Οι κανονισμοί προβλέπουν ότι τα σχέδια τέτοιων γεωτεχνικών έργων συνοδεύονται, όπου απαιτείται, από impact assessment report για τα γύρω κτίρια και κατασκευές. Και υπάρχει ρητή απαίτηση ο builder να παρέχει earth retaining structures ώστε να αποφεύγεται καθίζηση ή άλλη μετακίνηση που μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα ή να προκαλέσει ζημιά σε γειτονικά κτίρια.
Στην Ιαπωνία, πριν από εκσκαφές που ενέχουν κίνδυνο, η νομοθεσία ασφάλειας εργασίας απαιτεί έρευνα του χώρου και του γύρω φυσικού εδάφους με κατάλληλες μεθόδους, όπως boring, και εξέταση στοιχείων όπως το είδος του εδάφους, τα στρώματα, οι ρωγμές, τα νερά και τα υπόγεια εμπόδια.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Οδηγία 92/57/ΕΟΚ θέτει ελάχιστες απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας για προσωρινά ή κινητά εργοτάξια. Και ο Eurocode 7 εφαρμόζεται στις γεωτεχνικές πτυχές του σχεδιασμού κτιρίων και έργων πολιτικού μηχανικού, περιλαμβάνοντας θέματα όπως δράσεις από το έδαφος, γαιώδεις πιέσεις και υπόγεια νερά. Στη Γερμανία υπάρχει μάλιστα η DIN 4123, που αφορά εκσκαφές, θεμελιώσεις και υποθεμελιώσεις στην περιοχή υπαρχόντων κτιρίων, με σκοπό να διατηρείται η ευστάθεια και η χρηστικότητα των υπαρχόντων κατασκευών.
Αυτά δεν αναφέρονται για να πούμε ότι έξω είναι παράδεισος και εδώ κόλαση. Παντού γίνονται λάθη. Παντού υπάρχουν κακοί επαγγελματίες, κακοί εργολάβοι, κακές επιβλέψεις και κακές αποφάσεις. Η διαφορά είναι άλλη: στα σοβαρά συστήματα, ο κίνδυνος του διπλανού κτιρίου μπαίνει στο τραπέζι πριν από τη ζημιά. Στην κακή ελληνική πρακτική, πολύ συχνά τον θυμόμαστε μετά.
Και αυτό είναι το πιο εξοργιστικό.
Διότι όταν δίπλα υπάρχει παλιό και ψηλό κτίριο, η αντιστήριξη δεν είναι αξεσουάρ της εκσκαφής. Είναι το ίδιο το έργο. Δεν είναι “θα σκάψουμε και θα βάλουμε κάτι να κρατάει”. Είναι “πρώτα αποδεικνύουμε ότι αυτό που θα κάνουμε δεν θα μετακινήσει επικίνδυνα το διπλανό”. Αν η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, τότε το έργο δεν είναι ώριμο. Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε το έργο όπως σχεδιάστηκε δεν πρέπει να γίνει.
Και εδώ έρχεται το δεύτερο ψέμα, το οικονομικό.
Συχνά η επιμονή για ένα ακόμη υπόγειο παρουσιάζεται σαν αυτονόητη αξιοποίηση του οικοπέδου. “Να βγουν μερικές θέσεις στάθμευσης”. “Να γίνουν αποθήκες”. “Να αξιοποιηθεί ο χώρος”. Ωραία. Αλλά το υπόγειο δεν είναι δωρεάν τετραγωνικά. Δεν το χαρίζει η γη στον εργολάβο. Το πληρώνεις με εκσκαφή, αντιστήριξη, μπετό, οπλισμό, στεγάνωση, αποστράγγιση, ράμπες, μηχανολογικά, πυροπροστασία, μελέτες, επίβλεψη και χρόνο.
Και όταν δίπλα υπάρχει ευαίσθητο παλιό κτίριο, το πληρώνεις και με ειδική τεχνική προστασία.
Αν για να κερδίσεις ένα επιπλέον υπόγειο πρέπει να κάνεις πασσαλότοιχους, διαφραγματικούς τοίχους, αγκυρώσεις, εσωτερικές αντηρίδες, υποθεμελίωση, παρακολούθηση καθιζήσεων, μάρτυρες ρωγμών, ασφαλιστικές καλύψεις και συνεχείς ελέγχους, τότε πρέπει να τεθεί το απλό ερώτημα: ποιο είναι τελικά το καθαρό όφελος;
Αν η σωστή προστασία του γείτονα κάνει το υπόγειο ασύμφορο, η απάντηση δεν είναι να κάνουμε φθηνότερη την προστασία. Η απάντηση είναι να μην κάνουμε αυτό το υπόγειο.
Γιατί αλλιώς δεν μιλάμε για ανάπτυξη. Μιλάμε για μεταφορά ρίσκου. Ο κατασκευαστής κρατάει το πιθανό όφελος και ο γείτονας φορτώνεται τον κίνδυνο. Αν όλα πάνε καλά, κάποιοι κερδίζουν. Αν κάτι πάει στραβά, ο διπλανός βλέπει ρωγμές στο σπίτι του και μετά τρέχει σε πολεοδομίες, πραγματογνώμονες, ασφαλιστικές και δικαστήρια.
Αυτό δεν είναι τεχνική πρόοδος. Είναι ιδιωτικοποίηση του κέρδους και κοινωνικοποίηση του κινδύνου σε μικρή οικοδομική κλίμακα.
Και τότε αρχίζει η γνωστή ελληνική παράσταση.
“Μα είχε άδεια.”
Ναι, αλλά η άδεια δεν είναι άδεια να βλάψεις τον διπλανό.
“Μα υπήρχαν μηχανικοί.”
Ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει ερώτημα ευθύνης.
“Μα φταίει ο εργολάβος.”
Μπορεί. Αλλά ο εργολάβος δεν είναι η κολυμπήθρα του Σιλωάμ για κάθε υπογραφή.
“Μα ο χειριστής έκανε λάθος.”
Μπορεί. Αλλά άλλο το λάθος χειρισμού και άλλο η τεχνική βεβαίωση ότι ένα σύστημα, ένα έργο, μια εκσκαφή ή μια μέθοδος είναι ασφαλής.
Το ίδιο το βλέπουμε και σε άλλες τραγωδίες. Όταν ένα μηχάνημα σε λούνα παρκ έχει ελεγχθεί, έχει υπογραφεί, έχει πιστοποιηθεί ή έχει θεωρηθεί κατάλληλο, δεν μπορεί μετά από ένα δυστύχημα να πετάμε όλο το βάρος στον τελευταίο χειριστή. Ο χειριστής μπορεί να έχει ευθύνη για τη χρήση. Αλλά όποιος υπέγραψε την καταλληλότητα έχει ευθύνη για την καταλληλότητα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε για να σωθεί η εικόνα των υπογραφών.
Το ίδιο ισχύει και στην οικοδομή.
Ο μάστορας μπορεί να κάνει λάθος. Ο χειριστής μπορεί να κάνει λάθος. Ο εργολάβος μπορεί να πιέζει, να βιάζεται, να κόβει δρόμο. Αλλά ο μηχανικός δεν υπάρχει για να συμφωνεί με την πίεση του εργοταξίου. Υπάρχει για να βάζει όριο. Υπάρχει για να πει “όχι”. Υπάρχει για να σταματήσει μια εργασία όταν το ρίσκο ξεπερνάει αυτό που έχει μελετηθεί. Υπάρχει ακριβώς επειδή ο εργολάβος βλέπει συχνά κόστος και χρόνο, ενώ ο μηχανικός οφείλει να βλέπει ασφάλεια, ευστάθεια και ευθύνη.
Αν ο μηχανικός γίνει απλώς ο άνθρωπος που νομιμοποιεί την οικονομική επιθυμία του εργολάβου, τότε δεν έχουμε τεχνική επιστήμη. Έχουμε υπηρεσία έκδοσης άλλοθι.
Και αυτό είναι που πρέπει κάποτε να τελειώσει.
Δεν γίνεται η υπογραφή να είναι βαριά όταν εισπράττει κύρος και ελαφριά όταν έρχεται η ευθύνη. Δεν γίνεται να καμαρώνουμε για το “διπλωματούχος μηχανικός” και μετά, όταν μπαίνει το ερώτημα “ποιος το επέτρεψε αυτό;”, να δείχνουμε τον τελευταίο άνθρωπο της αλυσίδας. Η τεχνική ευθύνη δεν είναι κουβάς που τον πετάμε στον πιο αδύναμο.
Είναι αλυσίδα. Και όσο πιο ψηλά είσαι στην αλυσίδα της γνώσης και της υπογραφής, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη σου.
Σε μια σοβαρή χώρα, πριν από βαθιά εκσκαφή δίπλα σε παλιό κτίριο, θα έπρεπε να είναι αυτονόητα τα εξής:
Να υπάρχει σαφής γεωτεχνική εικόνα.
Να υπάρχει μελέτη αντιστήριξης όχι γενικόλογη, αλλά προσαρμοσμένη στο συγκεκριμένο έδαφος και στο συγκεκριμένο διπλανό κτίριο.
Να υπάρχει αποτύπωση της κατάστασης του όμορου κτιρίου πριν αρχίσουν οι εργασίες.
Να υπάρχουν φωτογραφίες, μάρτυρες ρωγμών, υψομετρικά σημεία, παρακολούθηση μετακινήσεων.
Να υπάρχουν όρια συναγερμού και όρια διακοπής εργασιών.
Να υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη για πιθανές ζημιές στα όμορα.
Να είναι γνωστό ποιος μηχανικός έχει την ευθύνη και ποιος έχει την αρμοδιότητα να πει “σταματάμε”.
Όχι μετά τη ζημιά. Πριν.
Γιατί μετά τη ζημιά όλοι βρίσκουν λέξεις. Πριν τη ζημιά φαίνεται ποιος έχει ευθύνη.
Και αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση αποδειχθεί ότι ένα παλιό ψηλό κτίριο δεν μπορούσε να ανεχθεί ουσιαστική μετακίνηση του υπεδάφους, τότε η σωστή τεχνική απάντηση δεν είναι “ας βάλουμε μια στήριξη”. Η σωστή τεχνική απάντηση είναι: “μπορεί να γίνει αυτό το βάθος εκσκαφής χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο το διπλανό;” Αν όχι, το βάθος μειώνεται, η μέθοδος αλλάζει ή το υπόγειο δεν γίνεται.
Τόσο απλό. Τόσο δύσκολο για μια χώρα που συχνά λατρεύει το “θα δούμε”.
Το “θα δούμε” όμως δεν είναι μηχανική. Είναι τζόγος.
Και όταν τζογάρεις με τα θεμέλια του διπλανού, δεν παίζεις με δικά σου λεφτά. Παίζεις με την περιουσία, την ασφάλεια και ίσως τη ζωή άλλων ανθρώπων.
Γι’ αυτό η φράση του Δημαρόγκωνα ήταν σκληρή αλλά αληθινή. Το δίπλωμα του μηχανικού είναι “license to kill” όχι επειδή ο μηχανικός θέλει να σκοτώσει, αλλά επειδή η κοινωνία του δίνει δικαίωμα να παίρνει αποφάσεις που, αν είναι λανθασμένες, αν είναι πρόχειρες, αν είναι υποταγμένες στο κέρδος, αν είναι απλώς υπογραφές χωρίς πραγματικό έλεγχο, μπορούν να σκοτώσουν.
Αυτή είναι η τραγική σοβαρότητα του επαγγέλματος.
Ο μηχανικός δεν είναι γραφειοκρατικό εμπόδιο. Είναι η τελευταία λογική γραμμή πριν το ρίσκο γίνει πραγματικότητα.
Και όποιος βάζει υπογραφή σε έργο υψηλού κινδύνου, δεν υπογράφει για να κλείσει ένας φάκελος. Υπογράφει ότι αναλαμβάνει ευθύνη.
Αλλιώς δεν είναι υπογραφή μηχανικού.
Είναι μελάνι πάνω σε άλλοθι.
ΥΓ. Είναι καιρός να προστεθεί ειδική νομοθεσία για αυτού του είδους τις εκσκαφές γιατί αν αυτή τη φορά ήμασταν τυχεροί που δεν είχαμε νεκρούς, την άλλη φορά μπορεί να μην είμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου