Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Μας "πήραν" και το σουβλάκι 😢

Κάποτε το σουβλάκι δεν ήταν έξοδο 




Μας πήραν και το σουβλάκι


του Μιχάλη Χαιρετάκη, 


Κάποτε το σουβλάκι δεν ήταν έξοδο. Ήταν παρηγοριά.


Ήταν το φαγητό που έπαιρνες χωρίς να το σκεφτείς πολύ.

 Μετά τη δουλειά. 

Μετά το σχολείο. 

Μετά τη βόλτα. 

Στο διάλειμμα.

 Στο παγκάκι.

 Στο σπίτι, όταν δεν υπήρχε κουράγιο για μαγείρεμα.


Δεν ήταν πολυτέλεια.

Ήταν μικρή λαϊκή απόλαυση.


Ένα τυλιχτό, μια χαρτοπετσέτα, λίγο τζατζίκι να τρέχει στο χέρι, δύο μπουκιές ησυχίας μέσα σε μια δύσκολη μέρα.


Σήμερα όμως, αυτό το απλό πράγμα άρχισε να μοιάζει με λογαριασμό. Το τυλιχτό που το 2019 αναφερόταν περίπου στα 2,50 ευρώ, το 2022 είχε ξεπεράσει τα 3 ευρώ, ενώ σήμερα κινείται συχνά από 4 έως 6 ευρώ. Δεν μιλάμε για μικρή ανατίμηση. Μιλάμε για ένα προϊόν που, μέσα σε λίγα χρόνια, υπερδιπλασιάστηκε.


Και στην Κρήτη, όπου ο τουρισμός τραβάει συχνά όλη την αγορά προς τα πάνω, τα πράγματα είναι ακόμη πιο βαριά. Σύμφωνα με την έρευνα της Pricefox για το 2025, οι μέσες τιμές στα τυλιχτά στην Κρήτη κινούνται περίπου από 5,26 έως 5,43 ευρώ, με ελάχιστη τιμή γύρω στα 4,50 ευρώ και μέγιστη μέχρι 6,50 ευρώ.


Και κάπου εδώ αρχίζει το αίσθημα της αδικίας.


Γιατί ο άνθρωπος που κοιτάζει ένα σουβλάκι στα 5 ευρώ δεν βλέπει οικονομικούς δείκτες. Δεν βλέπει ενεργειακό κόστος, πλατφόρμες, προμήθειες, ανακαινίσεις, καμπάνιες και αλγόριθμους.


Βλέπει ένα τυλιχτό.


Και λέει:


“Μα καλά, πόσο κάνει πια λίγη πίτα, λίγο κρέας,λίγο κρεμμυδάκι, λίγη πατάτα και λίγο τζατζίκι;”


Και δεν έχει άδικο.


Το σουβλάκι δεν είναι ακριβό επειδή μέσα του έχει χρυσάφι


Ας το πούμε απλά.


Σε ένα τυλιχτό των 5 ευρώ, πρώτα φεύγει ο ΦΠΑ. Ο μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ στην Ελλάδα είναι 13% για βασικά προϊόντα όπως ψωμί, κρέας, ψάρια, ελαιόλαδο, τυριά, άλευρα, δημητριακά και άλλα είδη ευρείας κατανάλωσης.


Άρα από τα 5 ευρώ, το καθαρό ποσό πριν τον ΦΠΑ είναι περίπου 4,42 ευρώ.


Από αυτά, το καθαρό κόστος των βασικών υλικών —γύρος, πίτα, πατάτες, λαχανικά, σως, βασική συσκευασία— μπορεί ρεαλιστικά να κινείται περίπου στα 1,30 έως 1,80 ευρώ, ανάλογα με ποσότητα, ποιότητα και συμφωνίες με προμηθευτές.


Δηλαδή το ίδιο το φαγητό μπορεί να είναι περίπου το 30% έως 40% της καθαρής τιμής.


Το υπόλοιπο δεν είναι πίτα.

Δεν είναι γύρος.

Δεν είναι πατάτα.


Είναι το βάρος του συστήματος.


Είναι το ρεύμα.

Είναι το ενοίκιο.

Είναι οι μισθοί.

Είναι οι εισφορές.

Είναι το POS.

Είναι ο λογιστής.

Είναι η συσκευασία.

Είναι η διανομή.

Είναι η πλατφόρμα.

Είναι η προβολή.

Είναι η καμπάνια.

Είναι ο αλγόριθμος.

Είναι η ανακαίνιση.

Είναι το design.

Είναι το “premium street food concept” που πρέπει κάπως να αποπληρωθεί.


Και στο τέλος, όλα αυτά κάθονται πάνω σε μια πίτα.


Η πλατφόρμα δεν είναι απλώς ευκολία. Είναι κόστος.


Παλιά η σχέση ήταν απλή:


πελάτης — μαγαζί — φαγητό


Σήμερα, συχνά έγινε:


πελάτης — εφαρμογή — αλγόριθμος — πλατφόρμα — διανομή — προμήθεια — προβολή — προσφορά — μαγαζί — φαγητό


Κάθε ενδιάμεσος έχει κόστος.


Η efood, για παράδειγμα, ανακοίνωσε για το 2024 κύκλο εργασιών περίπου 211 εκατ. ευρώ, από 163,8 εκατ. ευρώ το 2023, ενώ τα καθαρά προ φόρων κέρδη ανήλθαν σε 46,828 εκατ. ευρώ, από 41,220 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Η ίδια η αύξηση συνδέεται με περισσότερες παραγγελίες μέσω πλατφόρμας, περισσότερα έσοδα από προμήθειες, υπηρεσίες προώθησης και χρήση υπηρεσιών διανομής/πλατφόρμας.


Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται κάτι παράνομο. Σημαίνει όμως κάτι πολύ απλό:


ανάμεσα στον πελάτη και στο φαγητό έχει μπει ένας επιπλέον μηχανισμός που πρέπει να πληρωθεί.


Και δεν πληρώνεται από τον αέρα.


Αν το πληρώσει το μαγαζί, μειώνεται το περιθώριό του.

Αν το πληρώσει ο πελάτης, ανεβαίνει η τιμή.

Αν το πληρώσει η ποιότητα, μικραίνει η ποσότητα ή πέφτει το υλικό.


Συνήθως το πληρώνουν λίγο όλοι.


Και μετά πρέπει να πληρώσεις για να φαίνεσαι


Το πιο άδικο δεν είναι μόνο η προμήθεια.


Είναι ότι μέσα στην πλατφόρμα το μαγαζί δεν ανταγωνίζεται πια μόνο με τη γεύση του. Ανταγωνίζεται και για ορατότητα.


Η Wolt διαφημίζει υπηρεσίες Ads για συνεργαζόμενα καταστήματα, εξηγώντας ότι οι διαφημίσεις μπορούν να εμφανίζονται σε κορυφαίες θέσεις μέσα στην εφαρμογή, όπως στο Discovery tab, στα αποτελέσματα αναζήτησης, στις σελίδες εστιατορίων/καταστημάτων και στις προτάσεις καλαθιού.


Σε άλλο υλικό της, η Wolt αναφέρει ότι οι καμπάνιες Ads και Promotions μπορούν να βοηθήσουν μια επιχείρηση να εμφανιστεί σε προνομιακές θέσεις, ενώ οι προσφορές μπορεί να περιλαμβάνουν εκπτώσεις, free delivery και item promotions.


Με απλά λόγια:


πλήρωσε για να πουλήσεις,

πλήρωσε για να φανείς,

πλήρωσε για να μη σε θάψει ο αλγόριθμος.


Αυτό είναι το νέο περιβάλλον.


Και αυτό το κόστος, πάλι, κάπου θα πάει. Δεν εξαφανίζεται. Μπαίνει στην τιμή, στο περιθώριο, στην ποιότητα ή στην ποσότητα.


Και μετά ο πελάτης απορεί γιατί το σουβλάκι έγινε 5 ευρώ.


Πληρώνουμε και την ανακαίνιση του μαγαζιού που θέλει να μοιάζει με showroom.


Ναι, υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν λέγεται εύκολα: η αισθητική πολυτέλεια.


Δεν μιλάμε για τα απαραίτητα. Ένα σωστό σουβλατζίδικο χρειάζεται μηχανήματα, ψυγεία, φριτέζες, εξαερισμό, πάγκους, υγιεινή, ασφάλεια. Αυτά είναι αναγκαία.


Μιλάμε για το άλλο κομμάτι.


Μάρμαρα.

Ξύλινες επενδύσεις.

Industrial φωτισμοί.

Neon λογότυπα.

Design συσκευασίες.

Αρχιτεκτονικό concept.

Μαγαζί φτιαγμένο όχι μόνο για να φας, αλλά για να φαίνεται ωραίο στο Instagram.


Όλα αυτά κοστίζουν.


Και αν ένα μαγαζί επενδύσει δεκάδες χιλιάδες ευρώ για να γίνει “premium street food”, αυτά τα χρήματα πρέπει από κάπου να επιστρέψουν. Δεν τα επιστρέφει ο τοίχος. Δεν τα επιστρέφει το neon. Τα επιστρέφει το προϊόν.


Δηλαδή ο πελάτης δεν πληρώνει μόνο σουβλάκι.


Πληρώνει και το design του χώρου, ακόμη κι αν πάρει το τυλιχτό στο χέρι και φύγει.


Και εδώ είναι η μεγάλη αντίφαση:


Δεν γίνεται να πουλάς λαϊκό φαγητό μέσα σε μαγαζί πολυτελείας και να περιμένεις λαϊκή τιμή.


Το φθηνό έγινε βαρύ


Το σουβλάκι ήταν φθηνό όχι μόνο επειδή τα υλικά του ήταν σχετικά φθηνά. Ήταν φθηνό γιατί το μοντέλο του ήταν απλό.


Ένα μικρό μαγαζί.

Ένας πάγκος.

Ένας ψήστης.

Μια απλή σχέση με τον πελάτη.

Χαμηλό κόστος εικόνας.

Χαμηλότερη εξάρτηση από ενδιάμεσους.


Σήμερα το ίδιο προϊόν κουβαλά πάνω του ένα ολόκληρο οικοσύστημα.


Δεν τρως μόνο πίτα και γύρο.


Τρως και ενέργεια.

Τρως και ενοίκιο.

Τρως και μισθοδοσία.

Τρως και πλατφόρμα.

Τρως και προβολή.

Τρως και καμπάνια.

Τρως και ανακαίνιση.

Τρως και branding.

Τρως και αλγόριθμο.


Όχι επειδή όλα αυτά είναι παράνομα.

Όχι επειδή κάθε επιχειρηματίας είναι κακός.

Όχι επειδή ο εργαζόμενος δεν πρέπει να πληρωθεί.

Όχι επειδή το μαγαζί δεν έχει πραγματικά έξοδα.


Αλλά επειδή το άθροισμα έγινε ασήκωτο.


Κάθε κόστος μόνο του μπορεί να έχει εξήγηση.

Όλα μαζί όμως σκοτώνουν τη λαϊκή τιμή.


Η πραγματική αδικία


Η αδικία δεν είναι ότι κάποιος θέλει να βγάλει μεροκάματο.


Η αδικία είναι ότι ο απλός άνθρωπος χάνει σιγά-σιγά ακόμη και τις μικρές του χαρές.


Δεν μιλάμε για διακοπές.

Δεν μιλάμε για πολυτελές εστιατόριο.

Δεν μιλάμε για ακριβό αυτοκίνητο.

Δεν μιλάμε για έξοδο με σαμπάνιες.


Μιλάμε για ένα σουβλάκι.


Για κάτι που έπρεπε να μπορείς να το πάρεις χωρίς να κάνεις λογαριασμό στο μυαλό σου.


Και αυτό είναι που πονάει.


Όταν ακόμη και το πιο απλό φαγητό θέλει δεύτερη σκέψη, κάτι έχει στραβώσει βαθιά.


Γιατί μια κοινωνία δεν μετριέται μόνο από το αν υπάρχουν ακριβά εστιατόρια. Μετριέται και από το αν ο απλός άνθρωπος μπορεί ακόμη να απολαύσει κάτι μικρό χωρίς να νιώσει ότι τιμωρείται.


Το σουβλάκι έγινε απόλαυση με ενοχή


Παλιά έλεγες:


“Πάμε για ένα σουβλάκι;”


Και ήταν εύκολο.


Σήμερα το σκέφτεσαι.


Αν είσαι μόνος, λες “άντε, ένα”.

Αν είστε δύο, αρχίζει ο λογαριασμός.

Αν είσαι οικογένεια χαμηλόμισθων, το “παίρνουμε σουβλάκια μια φορά την εβδομάδα” μπορεί να γίνει αβάσταχτο έξοδο.


Και έτσι μια λαϊκή απόλαυση μετατρέπεται σε μικρή οικονομική απόφαση.


Αυτό είναι το πιο βίαιο κομμάτι της ακρίβειας: δεν σου παίρνει μόνο μεγάλα πράγματα. Σου παίρνει και τα μικρά.


Σου παίρνει την ανεμελιά.


Σου παίρνει το “δεν πειράζει, ας πάρουμε κάτι απ’ έξω”.


Σου παίρνει το δικαίωμα να χαρείς κάτι απλό χωρίς να νιώθεις κορόιδο.


Το σουβλάκι δεν έγινε ακριβό μόνο επειδή ακρίβυνε το κρέας.


Έγινε ακριβό γιατί πάνω σε ένα απλό λαϊκό προϊόν φορτώθηκαν πολλά επίπεδα κόστους: ενέργεια, μισθοί, ενοίκια, φόροι, πλατφόρμες, διανομή, καμπάνιες, προβολή, ανακαινίσεις, αισθητική πολυτέλεια και branding.


Κανένα από αυτά, από μόνο του, δεν εξηγεί όλη την αύξηση.


Όλα μαζί όμως εξηγούν γιατί ένα φαγητό που κάποτε ήταν αυτονόητο έγινε απλησίαστο.


Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα:


Όταν πάνω σε ένα φθηνό προϊόν πέσουν όλοι να πληρωθούν, στο τέλος δεν μένει φθηνό προϊόν. Μένει μόνο ο λογαριασμός.


Το σουβλάκι ήταν κάποτε λαϊκή απόλαυση.


Σήμερα κινδυνεύει να γίνει σύμβολο μιας χρεοκοπημένης χώρας όπου ακόμη και το απλό έγινε δύσκολο, ακόμη και το καθημερινό έγινε ακριβό, ακόμη και η μικρή χαρά θέλει πλέον οικονομική σκέψη.


Και κάπου εκεί, δεν χάσαμε απλώς μια φθηνή πίτα με σουβλάκι ή γύρο.


Χάσαμε ένα κομμάτι από την αίσθηση ότι η ζωή μπορεί να έχει μικρές, απλές χαρές για όλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Μας "πήραν" και το σουβλάκι 😢

Κάποτε το σουβλάκι δεν ήταν έξοδο  Μας πήραν και το σουβλάκι του Μιχάλη Χαιρετάκη,  Κάποτε το σουβλάκι δεν ήταν έξοδο. Ήταν παρηγοριά.